18/6/17

...με άρωμα κεράσι...

Ένα κείμενο του Θόδωρου 



"Fist day out", Αρχείο Θόδωρου Σαλίμπα
Στέκεται παραφουσκωμένη πίσω από την εξώπορτα περιμένοντας την εκφορά της, γεμάτη απομεινάρια ιερών ημερών. Λεμονόκουπες που χάϊδεψαν το απαλό δέρμα του θυσιασμένου ζώου τώρα συνοδεύουν τα οστά του. Χαρτιά πασαλειμμένα με λίπος από το σφούγγισμα των πιάτων. Χάντρες από το φθηνό περιδέραιο που έσπασε από παλαιότερο φλογερό αναστάσιμο φιλί και βρέθηκαν τώρα μεσ’ τη μέση κι’ αυτές! Φλούδες κάθε λογής ανάκατες με κόκκινα τσόφλια αυγών. Τρύπια καλσόν και πλήθος άλλων ετερόκλητων υλικών. Και μαζί με όλα αυτά, χειρόγραφα γραμμένα και από τις δύο μεριές, σαν σύγχρονα παλίμψηστα, με τα απορριφθέντα πνευματικά προϊόντα της σχόλης. Ο μελλοντικός ποιητής και ο αρχαιολόγος θα δυσκολευτούν πολύ να βγάλουν συμπέρασμα, όσες αγκύλες κι αν προσθέσουν... το ίδιο και οι τυχόν ερευνητές μυστικών υπηρεσιών!

ΥΓ. Η σκουπιδοσακκούλα μας είναι με άρωμα κεράσι… 

13/6/17

Δυστυχώς όχι περί ανέμων και υδάτων...

Μούρα, κορόμηλα, βύσσινα... Θίνες παραποτάμιες... Περιφρονεμένοι καρποί... Τους ξεχάσαμε. Η έννοια της φθαρτότητας, καρποί που ακολουθούν τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας μας. Βυσσινάδες του καλοκαιριού, που παίρνουν τη σπιρτάδα του πυρετού, που γιατρεύουν τις αμυγδαλές. Θυμάμαι τον πατέρα μου να κλέβει τα κορόμηλα, που πέφτανε στο μπαλκόνι του σπιτιού μας στην Αγία Παρασκευή. Θυμάμαι τις μαρμελάδες του καλοκαιριού, με όλες τις γυναίκες της οικογένειας επί ποδός στην κουζίνα, τις φουρκέτες, τις άσπρες ατσαλάκωτες ποδιές, τις πιατέλες με τα μπλε λουλούδια στον πάτο, το θόρυβο, αυτό το φρουφρούρισμα από τα λινά φορέματα στη βεράντα στις Σπέτσες.
Τα τοπία δεν είναι αναλώσιμα. Η φύση γλεντάει μόνη της.  
Εμείς θεωρητικολογούμε σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, βυθισμένοι στο κιτς της κουλτούρας του τσίπουρου, φλυαρώντας ακατάσχετα, δυστυχώς όχι περί ανέμων και υδάτων. 
Εγκαταλειμμένοι κερασώνες, μουριές με πλούσιο φύλλωμα και καρπούς, καθώς δεν υπάρχουν πλέον μεταξοσκώληκες να το τραγανίσουν. Βυσσινιές, αυτές που απέμειναν από το αλόγιστο ξεπάτωμα. Αρωματικά κορόμηλα σε όλες τις αποχρώσεις του παστέλ κίτρινο, πορτοκαλί, ροδί. Τα φωτογράφισα. 
Θα γυρίσω στην Αθήνα με με το πορτ μπαγκάζ να ξεχειλίζει από σημειώσεις, βιβλία και ξύλινα καφάσια γεμάτο από φρούτα.

Στα ψηλά βουνά, Ντουρντουβάνα

-'Ο,τι σου δίνουν πρέπει να το τρως!
Στην κορυφή, αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Μου είπε αυστηρά ο Θανάσης, καθώς  γλυστρούσε στην παλάμη μου ένα πλαστικό κύπελλο με κόκκινο κρασί, αγνώστου προελεύσεως, και προσπαθούσε να με πείσει να φάω ένα κομμάτι λουκάνικο χοντρό, γεμάτο λίπος. Ήταν βράδυ, ήμουν κουρασμένη, είχαμε μόλις στήσει τη σκηνή μας στις όχθες της λίμνης Δόξας στη Φενεό Κορινθίας και καθόμαστε στην ουρά για να δούμε με τα τηλεσκόπια της Ομάδας Αστρονομίας της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κορίνθου τους πλανήτες και τους αστερισμούς. Περισσότεροι από πεντακόσιοι ορειβάτες, απ' όλη την Ελλάδα βρίσκονταν εκεί. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνα μέρος σε ορειβατική αποστολή, με τον Σύλλογο Αρκάδων Ορειβατών Οικολόγων. Είμαστε τέσσερις: Ο Θανάσης, ο Κώστας, ο Δημήτρης και εγώ. Δεν νύσταζα καθόλου, δεν κρύωνα καθόλου. Κοιμήθηκα ελάχιστα, στριφογύριζα συνεχώς, και πετάχτηκα αμέσως όταν ο Θανάσης άρχισε να σαλεύει τη σκηνή για να ξυπνήσουμε. Ακόμα έχω την εντύπωση ότι με κοίταζαν με δυσπιστία, ίσως νόμιζαν ότι δεν θα τα καταφέρω να ανεβώ στην κορυφή.
Πλυθήκαμε στην πηγή, ήπιαμε τσάι του βουνού με μέλι, φάγαμε κέικ και γύρω στις 6 το πρωί ξεκινήσαμε με ιδανικό καιρό την ανάβαση προς την κορυφή του όρους Ντουρντουβάνα ή Πεντέλεια.
Εφιάλτης η πρώτη ώρα πορείας, η αναπνοή μου ήταν αρρύθμιστη, το σώμα μου τυλιγόταν και στριφογύριζε από τη μέση και πάνω ακυβέρνητο, απείθαρχο, κρύος ιδρώτας, ένοιωθα ότι περπατούσα με ξυλοπόδαρα. 
Η λίμνη Δόξα, αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα πάνω ψηλά τις γυμνές πλαγιές της Ντουρντουβάνας. Χρυσά κύματα κατέβαιναν μέχρι τη μέση -τσάι του βουνού που άστραφτε, φυτεμένο στις γούβες των βράχων και στα χωμάτινα κενά από τις σάρες. Πήρα μια βαθιά ανάσα, το οξυγόνο έφτασε κάτω χαμηλά μέχρι τις άκριες των δαχτύλων, στα πόδια μου. Άρχισα να περπατώ, να υπερβαίνω τη σωματική δυσκαμψία μου. Σκαρφάλωνα, αψηφώντας τις σάρες, πηδώντας συχνά από βράχο σε βράχο, με το γκρεμό από κάτω. Δεν θυμήθηκα ποτέ από τότε ότι κάποτε ήμουν υψοφοβική. Κάποιες φορές προχωρούσα προς την κορυφή επειδή δεν είχα άλλη επιλογή. Δεν μπορούσα να εγκαταλείψω την ομάδα, δεν ήμουνα κόρη του Νιάρχου για να μου φέρουν ελικόπτερο να με μεταφέρει. Ο Θανάσης με εμψύχωνε, ο Δημήτρης ακολουθούσε πίσω μου σιωπηλός, ο Κώστας ήταν μακριά, ευκίνητος, ακαταπόνητος, μάζευε τσάι του βουνού, ενώ ταυτοχρόνως σκαρφάλωνε.
Μετά από έξι ώρες πορεία τα καταφέραμε και φτάσαμε όλοι μαζί στην κορυφή Τριανταφυλλιά (2.109μ). Συναντήσαμε εκεί πολλούς ορειβάτες. Αφήσαμε τα μπατόν, ξεζαλωθήκαμε τα σακίδια και καθήσαμε πάνω στους βράχους. Γλέντι τρικούβερτο, με ξηρούς καρπούς, μπάρες δημητριακών, παξιμάδια, χυμούς φρούτων, μπανάνες.  Η θέα ήταν εκπληκτική. Ο αέρας μας δρόσιζε. Οι ορεινοί όγκοι από την Πελοπόννησο μέχρι τη Θεσσαλία και την Εύβοια ήταν ορατοί. Δάση από έλατα και μαύρη πεύκη κυριαρχούσαν περιμετρικά του όρους. Το τσάι του βουνού εμπλούτιζε το οσφρητικό τοπίο, καθώς αγναντεύαμε την πεδιάδα του Φενεού, την είσοδο προς τον Άδη, από όπου κατέβαινε η Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη. Κατάβαση από πετρώδη μονοπάτια και κολύμπι στα  καθάρια νερά της λίμνης Δόξας. Στο τέλος ομολόγησα την αλήθεια για τις μέχρι τότε ορειβατικές εμπειρίες μου: ανάβαση στον Λυκαβηττό, περιήγηση με τζιπ στο Κιλιμάντζαρο και διανυκτέρευση σε πολυτελή resort.

12/6/17

Μεταπανσέληνοι νύχτες

Μεταπανσέληνοι νύχτες, χωρίς φεγγάρι, θεοσκότεινες, με όλο το μεγαλείο του γαλαξιακού σύμπαντος. 
Υπαίθριες νύχτες υπόκωφοι, χωρίς γάτες κυνηγούς, χωρίς το κρώξιμο των βατράχων, χωρίς αηδόνια, χωρίς αλυχτίσματα σκυλιών, χωρίς κλάματα τσακαλιών. 
Οι συντεταγμένες τους συμπίπτουν με τις επιχαράξεις στις λεωφόρους των πόλεων. Πόλεις, με απαγορευμένη κυκλοφορία, λίγες ώρες πριν ξεκινήσουν οι μαζώξεις στην πλατεία Συντάγματος, οι μεγάλες πορείες. 
Υπαίθριες νύχτες και πόλεις με τους συλλογικούς φόβους να αναζωπυρώνονται. Επιτέλους ακούγονται οι μπουρμπουλήθρες από τα χονδρουλά χρυσόψαρα της δεξαμενής και τους κυπρίνους της λίμνης. Ξεφαντώνουν εν απουσία τροφοσυλλεκτών. Τα ταξίδια στον αστερισμό της Κασσιόπης αποτελούν πραγματικότητα. Τα φαντάσματα των αγανακτισμένων αιωρούνται συμπαντικά.

2/2/17

Ο Χάκλεμπερι Φιν στην Αρκαδία

"Το καλοκαίρι θα είναι ατελείωτο" .
"Και οι διακοπές αιώνιες" αποκρίθηκα στον Χάκλεμπερι Φιν.
"Πήρα σκηνή, φακό, μπανάνες, κρουασάν με γέμιση μαρμελάδας, ελπίζω να έχεις φροντίσει για τα ελάχιστα που απομένουν..." Με κοίταζε διερευνητικά, καθώς άνοιγε το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου, για να βάλει τα πράγματα που είχε κουβαλήσει.
"Πήρα sleeping bag, σεντόνι, χαρτί υγείας, οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, και  shower gel κίτρο της Roget Gallet -δεν μπορώ να το αποχωριστώ". Το βλέμμα του ήταν αλλού. Ποιος ξέρει, φαίνεται θα είναι περίεργος για τα όρια της αντοχής μου στην περιπέτεια της επιβίωσης.
Το αυτοκίνητο ανηφόριζε στο Μαίναλο, κι αυτός στο μπροστινό κάθισμα, σε θέση "υποχρεωτικής αγκαλιάς" με την Κλειώ, με ρωτούσε αν έχω συναντήσει ποτέ μου νεραϊδόνια κι αν έχω ακούσει το γέλιο του Πουκ και των ξωτικών τις καλοκαιρινές νύχτες στα βουνά.
Είχα κάνει αμέτρητα ταξίδια παρέα με τον Χακ Φιν. Τα χειμωνιάτικα πρωϊνά της Κυριακής διάβαζα και ξαναδιάβαζα το βιβλίο, εκδόσεις Παπαδημητρίου; ΑΣΤΗΡ; Φέξη; δεν θυμάμαι πια. Τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, ταυτιζόμουν με τον Χάκλεμπερι καθώς γευόμουν αυτή την άκρατη ελευθερία-αλητεία σαν  μικρομέγαλος-πλάνητας από το πρωί μέχρι το βράδυ στο νησί. Ένα απόγευμα, μάλιστα, προσπάθησα να φτιάξω και σχεδία, με τα κλαδιά από τους φοίνικες, που είχαν περισσέψει από τη διακόσμηση της  ντισκοτέκ, στην παραλία απέναντι από την Κοργιαλένειο. 
Ο Χάκλεμπερι δεν ήταν ποτέ μόνο πρόσωπο. Ήταν και είναι το βουνό, το ποτάμι, ο Μισσισιπής, ο Τζιμ Τζάρμους, ο Tom Waits ο Ρομπέρτο Μπενίνι, η παρατεταμένη εφηβεία, το travelling στην πόλη με τον ξεχασμένο σιδηρόδρομο.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγα χιλιόμετρα μακρυά από την Ελάτη, ακριβώς έξω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Χακ πήρε παραμάσχαλα τη σκηνή και μαζί με την Κλειώ διάλεξε ένα χώρο μακρυά από τον δρόμο, "έτσι για να γίνουμε αόρατοι από τους ανθρώπους", είπε. Τον βοήθησα στο στήσιμο. Ξαφνιάστηκε. Μπορεί να νομίζει ότι προσαρμόζομαι εύκολα ή ότι διάβασα τις οδηγίες για το "πώς στήνουμε μια σκηνή" πιθανόν, ίσως, γιατί, έτσι...

Ήταν κοντά μεσάνυχτα όταν κλείσαμε το φερμουάρ της σκηνής για να κοιμηθούμε. Δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Ούτε ο βοσκός, ούτε τα βελάσματα από τα πρόβατα στη στάνη. Η Κλειώ δεν γάβγιζε.
Ο ουρανός δεν είχε φεγγάρι, ήταν σκοτεινός. Η σιωπή, η απόλυτη σιωπή της ελευθερίας, η σιωπή του Μισισιπή. Η σπάνια ακινησία του Μαινάλου. Κοιμήθηκα στην αγκαλιά του αγαπημένου μου ήρωα.
"Απόψε δεν άκουσα τα ξωτικά", είπε ο Χακ απογοητευμένος, μόλις άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. 
Ντυθήκαμε, νιφτήκαμε στην Τρανή Βρύση και κατεβήκαμε στην πλαγιά, προς τον Μυλάοντα ποταμό για να συλλέξουμε βατόμουρα για "πρωινό στη χλόη"
.





16/1/17

Από την κορυφή της Όχης στους Καλιανούς ή από τον Μινώταυρο στον Πάνα

Πάντα στο φαντασιακό μου ο δράκος ταυτιζόταν με τον Μινώταυρο. Από τα βιβλία του δημοτικού, τα αρχαία αγγεία, έως τους πίνακες του Σαγκάλ και του Πικάσο, ο δράκος ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος. Είχε κεφάλι ταύρου, τα ρουθούνια του έβγαζαν φωτιές και το σώμα του ήταν σαν του Μοχάμεντ Άλι.  Μόλις πλησίασα στις κατοικίες του,  νόμιζα ότι τον έβλεπα με απλωμένα χέρια να μας περιμένει μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
Τα δρακόσπιτα του όρους Όχη έχασκαν, γεμάτο από τις κοπριές του Μινώταυρου. Στις υποτυπώδεις εστίες τους, η φωτιά φαινόταν ότι είχε σβήσει εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Το σώμα μου, λες και γλιστρούσε αόρατο μέσα στο πέτρινο βασίλειό του. Κατάφερα να κατανικήσω την έλξη που ασκεί ο φόβος ενός τοπίου φορτισμένο από τους δράκους. Ο αέρας πάνω στην κορυφή απελευθέρωσε την αδρεναλίνη μου. Σήκωσα τα μπατόν ψηλά, κοίταξα προς τον ουρανό. Απαθανατίστηκα.
Οι κατηφόρες είναι πιο δύσκολες από τις ανηφόρες. Με κομμένη την ανάσα, πολύ προσεκτικά κατέβηκα από την κορυφή, γιατί η πλαγιά ήταν γεμάτο σάρες και διαρκώς κινδύνευα μήπως παραπατήσω.
Εισέβαλα κατευθείαν στην καρδιά της Όχης, όταν έφτασα στην είσοδο του φαραγγιού του Δημοσάρη. Το τοπίο ήταν καταπράσινο. Έπρεπε να διανύσω, δέκα χιλιόμετρα, για να φτάσω στην παραλία των Καλιανών, όπου εκβάλλει και το ρέμα του Δημοσάρη. Τα δέντρα ήταν αιωνόβια, είχαν μείνει ανέπαφα, πλάτανοι, καστανιές, άριες δάφνες. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα όσοι διάσχισαν το λιθόστρωτο μονοπάτι, που βρισκόταν στ' αριστερά του Δημοσάρη, πραματευτάδες, καραγωγείς, περιπατητές, φαίνεται ότι γητεύτηκαν από τη φύση και την άφησαν να θεριεύει ανενόχλητη. Αποτελούσε το μοναδικό ίσως πέρασμα του οικισμού των Καλλιανών προς την Κάρυστο, προς τον πολιτισμό. Το πράσινο ήταν πυκνό. Χωρίς σήμα στο κινητό τηλέφωνο, με παρέα τον Δημήτρη, κατέβαινα το φαράγγι. Τα γεράκια έγραφαν κύκλους ψηλά και οι κότσυφες πετούσαν από κλαρί σε κλαρί. Το δεξί γόνατό μου πονούσε ανυπόφορα. Ο Δημήτρης με παρότρυνε να δοκιμάσω να κάνω μπάνιο.  Έβγαλα τα ρούχα μου και βούτηξα μέσα στο ποτάμι. Ήταν απολαυστικά, ανανεώθηκα από το κρύο νερό. Ο πόνος μ' εγκατέλειψε. Όταν προχώρησα άκουσα τις φωνές των υπολοίπων της ομάδας που διασκέδαζαν καθώς κολυμπούσαν στη Σκάλα Λενοσαίων με τους μικρούς καταρράκτες και τις φυσικές πισίνες. 
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, ήταν ντάλα μεσημέρι, όταν φάνηκε η θάλασσα.  
Θάλασσα-αρχαίες κολώνες-δράκοι-μινώταυροι-όροι-καταπράσινα-φαράγγια λιθόστρωτα- αρχαία μονοπάτια. Αυτή είναι η Ελλάδα μας.
Μόνο τον ήλιο συνέλεξα...

Στην Όχη, στον τόπο συνεύρεσης του Δία με την Ήρα




Ο ήλιος εξακολουθούσε να μας ταλανίζει, παρόλο που ήταν 17 Σεπτεμβρίου, κι εμείς, η ορειβατική ομάδα του Σ.Α.Ο.Ο., διψούσαμε πολύ, καθώς ανεβαίναμε από τους Μύλους στο καταφύγιο της Όχης. Το ενάμισι λίτρο νερό,με το οποίο είχα γεμίσει τα μπουκάλια μου ήταν γλυφό και δεν πινόταν. Η Ήρα έχει στοιχειώσει στις πλαγιές, στον τόπο που συνευρέθηκε με τον Δία, από τα φλογοβόλα του  Ήφαιστου. Εδώ και μια δεκαετία  οι πυρκαγιές δεν άφησαν τίποτα. Ένα ξεροβούνι με ελάχιστη χαμηλή βλάστηση στις πλαγιές. Όχη, "οχεία" σημαίνει συνεύρεση -το βουνό έλαβε το όνομά του από τη συνεύρεση των δύο θεών. Σταματήσαμε να ξαποστάσουμε στις "κολώνες", στους αρχαίους κίονες, που ήταν ακουμπισμένοι στο ρωμαϊκό λατομείο. Στα ριζά του βουνού η Κάρυστος -φαινόταν θαμπή κι απέναντι η γη της Αττικής. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει, τα νυχτοπούλια αγωνίζονταν για μια θέση στα ξερά κλαδιά των λιγοστών δέντρων. Κεραυνός; φωτιά; αρρώστια; Τα δέντρα πάντως μπροστά στο καταφύγιο δεν είχαν χυμούς.
Καταφύγιο σημαίνει μια στέγη σε περίπτωση κινδύνου ή ανάγκης. Δεν ήθελα να κοιμηθώ μέσα. Κι ο ουρανός ήταν έναστρος, έσυρα ένα στρώμα έξω στο μπαλκόνι. Ήταν αδύνατον να κοιμηθώ, Πλανήτες, πλανήτες, πλάνητες του σύμπαντος παντού. Αστέρια σε αστερισμούς που έλαμπαν. Ποτέ δεν κατάφερα να τους ξεχωρίσω. Όλη τη νύχτα ψιθύριζα τα ονόματα ρυθμικά: Μικρή άρκτος, Μεγάλη άρκτος, Πολικός Αστήρ, Κασσιόπη, Λύρα, Αετός, Κύκνος, Ανδρομέδα. 
Πέντε το πρωί, τσάι του βουνού, με κέικ και δρόμο για την κορυφή. Η θέα ήταν μαγευτική. Το σκαρφάλωμα ευχάριστο, δεν είχε πιάσει ακόμη η ζέστη. Έσκυψα και γέμισα τις χούφτες μου με θρούμπι. Το έφερα στα ρουθούνια μου. Μύριζε αλμύρα της θάλασσας. Οι Κυκλάδες, πέρα μακρυά στο Πέλαγος, κύκλωναν προστατευτικά το ιερό νησί της Δήλου.